en·vy (\ˈen-vē\): painful or resentful awareness of an advantage enjoyed by another joined with a desire to possess the same advantage.
__________________________________ Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια, πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες, Ξέρει, αν μπορούσε θα κανε μία απ τα ίδια, αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες; [link]